Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
short-statured
01
κοντός, χαμηλόσωμος
having a height that is notably below the average for a given population
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most short-statured
συγκριτικός βαθμός
more short-statured
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The short-statured man skillfully maneuvered through the bustling crowd.
Ο κοντός άνδρας κινήθηκε επιδέξια μέσα από το βοηητό πλήθος.



























