Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Overhead line
01
υπερυψωμένη γραμμή, υπερυψωμένο καλώδιο
a wire or cable that is used to carry electricity or signals and is supported above the ground by poles or towers
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
overhead lines
Παραδείγματα
The workers were fixing an overhead line that had fallen during the storm.
Οι εργάτες επισκεύαζαν μια υπεράκτια γραμμή που είχε πέσει κατά τη διάρκεια της καταιγίδας.



























