deke
deke
di:k
ντηκ
/dˈiːk/

Ορισμός και σημασία του "deke"στα αγγλικά

01

απάτη, εξαπάτηση

a deceptive move in hockey used by a player to fake out an opponent, typically involving quick and agile puck-handling skills
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
dekes
Παραδείγματα
The deke left the goalie guessing and vulnerable.
Το απατηλό χτύπημα άφησε τον τερματοφύλακα να μαντεύει και ευάλωτο.
to deke
01

αποφεύγω, παρακάμπτω

(Canada) to avoid, dodge, or go around something, often using trickery or clever maneuvering
Slang
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
deke
γ΄ ενικό πρόσωπο
dekes
ενεστώτα μετοχή
deking
απλός αόριστος
deked
παθητική μετοχή
deked
Παραδείγματα
He deked me out with a smooth move.
Με απέφυγε με μια ομαλή κίνηση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store