Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Deke
01
απάτη, εξαπάτηση
a deceptive move in hockey used by a player to fake out an opponent, typically involving quick and agile puck-handling skills
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
dekes
Παραδείγματα
She used a deke to create space for a shot on goal.
Χρησιμοποίησε μια προσομοίωση για να δημιουργήσει χώρο για σουτ στο τέρμα.
to deke
01
αποφεύγω, παρακάμπτω
(Canada) to avoid, dodge, or go around something, often using trickery or clever maneuvering
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
deke
γ΄ ενικό πρόσωπο
dekes
ενεστώτα μετοχή
deking
απλός αόριστος
deked
παθητική μετοχή
deked
Παραδείγματα
He deked past the defender on the ice.
Ξεγέλασε τον αμυντικό στον πάγο.



























