critical thinking
cri
ˈkrɪ
κρι
ti
tɪ
τι
cal
kəl
καλ
thin
θɪn
θιν
king
kɪng
κινγκ

Ορισμός και σημασία του "critical thinking"στα αγγλικά

Critical thinking
01

κριτική σκέψη, αναλυτική σκέψη

the ability to analyze, evaluate, and make reasoned judgments about information, arguments, or situations 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
The university emphasizes critical thinking skills to prepare students for complex problem-solving in their future careers. 

Το πανεπιστήμιο τονίζει τις δεξιότητες κριτικής σκέψης για να προετοιμάσει τους φοιτητές για την επίλυση πολύπλοκων προβλημάτων στις μελλοντικές τους καριέρες.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store