sketchpad
sketch
ˈskɛʧ
skech
pad
pæd
pād

Ορισμός και σημασία του "sketchpad"στα αγγλικά

01

τετράδιο σχεδίασης, μπλοκ σχεδίου

a book or pad of paper, often with a spiral binding, designed for drawing, sketching, and doodling 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sketchpads
Παραδείγματα
She always kept a small sketchpad in her bag to capture inspiration whenever it struck. 

Κρατούσε πάντα ένα μικρό σχεδιάριο στην τσάντα της για να καταγράφει την έμπνευση όποτε εμφανιζόταν.

Λεξικό Δέντρο

sketchpad

sketch

+

pad

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store