sketchy
sket
ˈskɛ
ske
chy
ʧi
chi
tetchystretchytechy

Ορισμός και σημασία του "sketchy"στα αγγλικά

01

ύποπτος, αναξιόπιστος

low-quality, unreliable, or suspiciously done 
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
sketchiest
συγκριτικός βαθμός
sketchier
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
quality, safety, reliability
Παραδείγματα
That ladder looks sketchy; I wouldn't climb it. 

Αυτή η σκάλα φαίνεται επικίνδυνη· δεν θα την ανέβαινα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

sketchily
sketchiness
sketchy
sketch
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store