Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Skewer
01
σουβλάκι, ξυλάκι
a long wooden or metal stick that is inserted into pieces of food, especially meat, to hold them together while being cooked
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
skewers
to skewer
01
καλαμπουρίζω, περιχαράσσω με σουβλάκι
drive a skewer through
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
skewer
γ΄ ενικό πρόσωπο
skewers
ενεστώτα μετοχή
skewering
απλός αόριστος
skewered
παθητική μετοχή
skewered



























