Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
languishing
01
μαραμένος, σε παρακμή
suffering or experiencing a lack of progress, vitality, or growth, often characterized by a feeling of being stuck or in decline
αποδοκιμαστικό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most languishing
συγκριτικός βαθμός
more languishing
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The neglected garden was languishing, with weeds overtaking the once beautiful flower beds.
Ο παραμελημένος κήπος μαραζώνει, με τα ζιζάνια να καταλαμβάνουν τις κάποτε όμορφες παρτέριες.
Λεξικό Δέντρο
languishing
languish



























