Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
languidly
01
νωθρά, χαλαρά
slowly and without much energy, sometimes in an attractive way
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
She moved languidly across the dance floor, swaying to the music.
Κινούνταν νωθρά στο πάτωμα του χορού, λικνιζόμενη στη μουσική.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
languidly
languid



























