Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to languish
01
μαραζώνω, αδυνατίζω
to weaken or deteriorate, often due to neglect, illness, or sorrow
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
languish
γ΄ ενικό πρόσωπο
languishes
ενεστώτα μετοχή
languishing
απλός αόριστος
languished
παθητική μετοχή
languished
Παραδείγματα
The garden languished during the long drought.
Ο κήπος μαραζώνει κατά τη διάρκεια της μακράς ξηρασίας.
02
λαχταρώ, ποθώ
to long deeply or yearn for something or someone absent
Παραδείγματα
She languished for the return of her lover who had gone to war.
Αυτή λαχταρούσε για την επιστροφή του εραστή της που είχε πάει στον πόλεμο.
03
μαραζώνω, βυθίζομαι στη μελαγχολία
to display outward signs of sentimental, dreamy, or melancholy emotion
Παραδείγματα
She languishes with a dreamy smile when recalling her youth.
Αυτή μαραζώνει με ένα ονειρικό χαμόγελο όταν θυμάται τη νεότητά της.
04
μαραίνομαι, σταματώ να προοδεύω
to fail to be successful or make any progress
Παραδείγματα
The once-promising startup began to languish after losing its major investor and failing to secure additional funding.
Η κάποτε υποσχόμενη startup άρχισε να παρακμάζει αφού έχασε τον κύριο επενδυτή της και απέτυχε να εξασφαλίσει πρόσθετη χρηματοδότηση.
Λεξικό Δέντρο
languisher
languishing
languish



























