Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Languor
01
νωθρότητα, βαρεμάρα
a feeling of ease and comfort, often with a sense of laziness or lack of urgency
Παραδείγματα
The languor of the tropical island lulled them into a state of peaceful contentment.
Η νωθρότητα του τροπικού νησιού τους έβαλε σε μια κατάσταση ειρηνικής ικανοποίησης.
02
νωθρότητα, κούραση
a feeling of physical or mental tiredness
Παραδείγματα
Recovering from the flu, he still felt a lingering languor that kept him from returning to his daily routine.
Αναρρωνόμενος από τη γρίπη, ένιωθε ακόμα μια επίμονη languor που τον εμπόδιζε να επιστρέψει στην καθημερινή του ρουτίνα.
03
βαρύτητα, νωθρότητα
oppressively still, heavy, or stagnant air
Παραδείγματα
Windows were opened to relieve the room 's summer languor.
Τα παράθυρα άνοιξαν για να ανακουφίσουν τη θερινή νωθρότητα του δωματίου.
Λεξικό Δέντρο
languorous
languor



























