Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Languor
01
νωθρότητα, βαρεμάρα
a feeling of ease and comfort, often with a sense of laziness or lack of urgency
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The soft melodies of the harp filled the room with a sense of languor that made everyone feel at peace.
Οι απαλές μελωδίες της άρπας γέμισαν το δωμάτιο με μια αίσθηση νωθρότητας που έκανε όλους να νιώθουν ειρηνικά.
02
νωθρότητα, κούραση
a feeling of physical or mental tiredness
Παραδείγματα
The emotional stress of the past month left her in a state of languor, making even simple tasks feel overwhelming.
Το συναισθηματικό άγχος του περασμένου μήνα την άφησε σε κατάσταση νωθρότητας, κάνοντας ακόμη και απλές εργασίες να φαίνονται συντριπτικές.
03
βαρύτητα, νωθρότητα
oppressively still, heavy, or stagnant air
Παραδείγματα
The greenhouse was filled with a stifling languor.
Το θερμοκήπιο ήταν γεμάτο από μια πνιγηρή νωθρότητα.
Λεξικό Δέντρο
languorous
languor



























