upheat
Pronunciation
/ʌphˈiːt/

Ορισμός και σημασία του "upheat"στα αγγλικά

01

αισιοδοξος, χαρούμενος

having a positive, cheerful, or optimistic attitude or mood
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most upheat
συγκριτικός βαθμός
more upheat
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The festival was filled with upheat music and joyful crowds, creating an atmosphere of celebration.
Το φεστιβάλ ήταν γεμάτο ζωηρή μουσική και χαρούμενα πλήθη, δημιουργώντας μια ατμόσφαιρα γιορτής.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store