Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unprosperous
01
μη ευημερούσα, μη επιτυχημένη
not doing well or not having enough money or success
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unprosperous
συγκριτικός βαθμός
more unprosperous
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
economy, condition, success
Παραδείγματα
The region remained largely unprosperous despite efforts to stimulate economic growth.
Η περιοχή παρέμεινε σε μεγάλο βαθμό μη ευημερούσα παρά τις προσπάθειες για την τόνωση της οικονομικής ανάπτυξης.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
unprosperous
prosperous
prosper



























