unprosperous
un
ʌn
αν
pros
prɑs
πρασ
pe
περ
rous
rəs
ρασ
/ʌnpɹˈɒspəɹəs/

Ορισμός και σημασία του "unprosperous"στα αγγλικά

unprosperous
01

μη ευημερούσα, μη επιτυχημένη

not doing well or not having enough money or success
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unprosperous
συγκριτικός βαθμός
more unprosperous
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The unprosperous state of the economy led to widespread unemployment and hardship for many families.
Η μη ευημερούσα κατάσταση της οικονομίας οδήγησε σε εκτεταμένη ανεργία και δυσκολίες για πολλές οικογένειες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store