Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
recreationally
01
αναψυκτικά
in a manner that relates to leisure, enjoyment, or relaxation
Παραδείγματα
Reading books is a common way to spend time recreationally.
Το διάβασμα βιβλίων είναι ένας κοινός τρόπος να περνάει κανείς τον χρόνο με αναψυκτικό τρόπο.
Λεξικό Δέντρο
recreationally
recreational
...
create



























