recruiter
rec
ˈrɪk
rik
rui
ru:
roo
ter
polluterscootershooterpewter

Ορισμός και σημασία του "recruiter"στα αγγλικά

01

προσωπάρχης, κυνηγός κεφαλών

a person or company who finds and attracts suitable candidates for available jobs on behalf of an employer 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
recruiters
02

στρατολογητής, αξιωματικός στρατολόγησης

an official who enlists personnel for military service 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store