Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Recruiter
01
προσωπάρχης, κυνηγός κεφαλών
a person or company who finds and attracts suitable candidates for available jobs on behalf of an employer
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
recruiters
02
στρατολογητής, αξιωματικός στρατολόγησης
an official who enlists personnel for military service
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
recruiter
recruit



























