Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to recruit
01
προσλαμβάνω, στρατολογώ
to employ people for a company, etc.
Transitive: to recruit sb
Παραδείγματα
The company is actively recruiting new graduates for entry-level positions.
Η εταιρεία προσλαμβάνει ενεργά νέους αποφοίτους για θέσεις εισόδου.
02
προσλαμβάνω, εγγράφω
to find people to join the armed forces
Transitive: to recruit soldiers
Παραδείγματα
The military aimed to recruit new members to strengthen its forces.
03
προσλαμβάνω, εγγράφω
to bring someone into a group, organization, or cause as a member or worker
Transitive: to recruit sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
recruit
γ΄ ενικό πρόσωπο
recruits
ενεστώτα μετοχή
recruiting
απλός αόριστος
recruited
παθητική μετοχή
recruited
Παραδείγματα
She was recruited as a volunteer for the environmental cleanup project.
Προσλήφθηκε ως εθελόντρια για το έργο καθαρισμού του περιβάλλοντος.
Recruit
01
νέος στρατευόμενος, νέο μέλος
a person who has been newly hired or joined an organization or group
Παραδείγματα
They advertised for recruits to join the program next season.
Διαφήμισαν για νέους μέλους να ενταχθούν στο πρόγραμμα την επόμενη σεζόν.
02
νέος στρατιώτης, επαγγελματίας νεοσύλλεκτος
a person who has just joined the military and is undergoing initial training or has recently begun service
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
recruits
Παραδείγματα
The recruit struggled with the physical demands of boot camp.
Ο νέος στρατιώτης δυσκολεύτηκε με τις σωματικές απαιτήσεις του στρατοπέδου εκπαίδευσης.
Λεξικό Δέντρο
recruiter
recruitment
recruit



























