Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
rectangular
01
ορθογώνιος, σε σχήμα ορθογωνίου
shaped like a rectangle, with four right angles
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most rectangular
συγκριτικός βαθμός
more rectangular
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The building had large rectangular windows to let in more light.
Το κτίριο είχε μεγάλα ορθογώνια παράθυρα για να αφήνει περισσότερο φως.
02
ορθογώνιος, κάθετος
having a set of mutually perpendicular axes; meeting at right angles



























