Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
rectangular
01
ορθογώνιος, σε σχήμα ορθογωνίου
shaped like a rectangle, with four right angles
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most rectangular
συγκριτικός βαθμός
more rectangular
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The table had a rectangular shape that fit perfectly in the room.
Το τραπέζι είχε ορθογώνιο σχήμα που ταίριαζε τέλεια στο δωμάτιο.
02
ορθογώνιος, κάθετος
having a set of mutually perpendicular axes; meeting at right angles



























