disengaged
dis
ˌdɪs
ντισ
en
ɪn
ιν
gaged
ˈgeɪʤd
γκειτζντ
/dˌɪsɛnɡˈeɪdʒd/

Ορισμός και σημασία του "disengaged"στα αγγλικά

disengaged
01

αποσυμμετοχικός, αδιάφορος

not being actively involved or showing interest in a particular situation or activity
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most disengaged
συγκριτικός βαθμός
more disengaged
διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store