Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
concomitantly
01
ταυτόχρονα, συνοδικά
at the same time or alongside something else
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The changes in the economy were concomitantly accompanied by shifts in consumer behavior.
Οι αλλαγές στην οικονομία συνοδεύτηκαν ταυτόχρονα από αλλαγές στη συμπεριφορά των καταναλωτών.
Λεξικό Δέντρο
concomitantly
concomitant
concomit



























