Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
compellingly
01
με συναρπαστικό τρόπο, με γοητευτικό τρόπο
in a manner that is extremely captivating or interesting
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The film unfolds compellingly from the very first scene.
Η ταινία ξετυλίγεται συναρπαστικά από την πρώτη σκηνή.
1.1
με πειστικό τρόπο, με πειστική δύναμη
in a way that is convincingly persuasive or logically forceful
Παραδείγματα
The report compellingly demonstrates the need for urgent climate action.
Η έκθεση πειστικά καταδεικνύει την ανάγκη για επείγουσα δράση για το κλίμα.
Λεξικό Δέντρο
compellingly
compelling
compel



























