Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to incentivize
01
παροτρύνω, ενθαρρύνω
to motivate or encourage someone by offering benefits or rewards
Transitive: to incentivize sb
Ditransitive: to incentivize sb to do sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
incentivize
γ΄ ενικό πρόσωπο
incentivizes
ενεστώτα μετοχή
incentivizing
απλός αόριστος
incentivized
παθητική μετοχή
incentivized
Παραδείγματα
Last month, they incentivized participants with exclusive rewards for completing the survey.
Τον περασμένο μήνα, ενθάρρυναν τους συμμετέχοντες με αποκλειστικές ανταμοιβές για την ολοκλήρωση της έρευνας.
Λεξικό Δέντρο
incentivize
incentive



























