Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to incentivize
01
παροτρύνω, ενθαρρύνω
to motivate or encourage someone by offering benefits or rewards
Transitive: to incentivize sb
Ditransitive: to incentivize sb to do sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
incentivize
γ΄ ενικό πρόσωπο
incentivizes
ενεστώτα μετοχή
incentivizing
απλός αόριστος
incentivized
παθητική μετοχή
incentivized
Παραδείγματα
Companies often incentivize employees with bonuses to boost productivity.
Οι εταιρείες συχνά παροτρύνουν τους εργαζομένους με μπόνους για να αυξήσουν την παραγωγικότητα.
Λεξικό Δέντρο
incentivize
incentive



























