Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to reroute
01
αλλάζω διαδρομή, ανακατευθύνω
to change the originally planned path or direction of something, especially in transportation
Transitive: to reroute sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
reroute
γ΄ ενικό πρόσωπο
reroutes
ενεστώτα μετοχή
rerouting
απλός αόριστος
rerouted
παθητική μετοχή
rerouted
Παραδείγματα
Due to the road closure, the traffic management system had to reroute vehicles through alternative streets.
Λόγω του κλεισίματος του δρόμου, το σύστημα διαχείρισης κυκλοφορίας έπρεπε να αλλάξει πορεία τα οχήματα μέσω εναλλακτικών οδών.
Λεξικό Δέντρο
reroute
route



























