Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to reroute
01
αλλάζω διαδρομή, ανακατευθύνω
to change the originally planned path or direction of something, especially in transportation
Transitive: to reroute sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
reroute
γ΄ ενικό πρόσωπο
reroutes
ενεστώτα μετοχή
rerouting
απλός αόριστος
rerouted
παθητική μετοχή
rerouted
Παραδείγματα
The event organizers decided to reroute the marathon course to showcase more scenic areas of the city.
Οι διοργανωτές της εκδήλωσης αποφάσισαν να αλλάξουν τη διαδρομή του μαραθωνίου για να δείξουν πιο γραφικές περιοχές της πόλης.
Λεξικό Δέντρο
reroute
route



























