punchy
Pronunciation
/ˈpəntʃi/

Ορισμός και σημασία του "punchy"στα αγγλικά

01

δυναμικός, αποτελεσματικός

having a strong, impactful, or forceful quality
punchy definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
punchest
συγκριτικός βαθμός
punchier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The punchy flavor of the dish left a lasting impression on diners.
Η δυνατή γεύση του πιάτου άφησε μια διαρκή εντύπωση στους επισκέπτες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store