Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
punchy
01
δυναμικός, αποτελεσματικός
having a strong, impactful, or forceful quality
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
punchest
συγκριτικός βαθμός
punchier
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
style, impact, communication
Παραδείγματα
She delivered a punchy presentation that captivated the audience's attention.
Παρουσίασε μια δυναμική παρουσίαση που συνεπήρε την προσοχή του κοινού.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
punchy
punch



























