punchy
pun
ˈpʌn
pan
chy
ʧi
chi
paunchy

Ορισμός και σημασία του "punchy"στα αγγλικά

01

δυναμικός, αποτελεσματικός

having a strong, impactful, or forceful quality 
punchy definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
punchest
συγκριτικός βαθμός
punchier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She delivered a punchy presentation that captivated the audience's attention. 

Παρουσίασε μια δυναμική παρουσίαση που συνεπήρε την προσοχή του κοινού.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store