to unfollow
unfollow
ʌnfɒləʊ
anfolew
unhallow

Ορισμός και σημασία του "unfollow"στα αγγλικά

to unfollow
01

σταματώ να ακολουθώ, ακολουθώ

to stop receiving updates or posts from another user on social media, removing their content from one's feed or timeline 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
unfollow
γ΄ ενικό πρόσωπο
unfollows
ενεστώτα μετοχή
unfollowing
απλός αόριστος
unfollowed
παθητική μετοχή
unfollowed

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

unfollow
follow
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store