Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
acute
01
οξύς, σοβαρός
(of an illness) suddenly becoming severe but for a short time
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most acute
συγκριτικός βαθμός
more acute
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Jack was hospitalized due to an acute bout of appendicitis.
Ο Τζακ νοσηλεύτηκε λόγω μιας οξείας κρίσης σκωληκοειδίτιδας.
Παραδείγματα
The patient experienced acute pain in their chest, prompting an immediate visit to the emergency room.
Ο ασθενής ένιωσε οξύ πόνο στο στήθος του, γεγονός που οδήγησε σε άμεση επίσκεψη στο τμήμα επειγόντων.
Παραδείγματα
The cat's acute sense of hearing allows it to detect the faintest sounds.
Η οξεία ακοή της γάτας της επιτρέπει να ανιχνεύει τους πιο αμυδρούς ήχους.
04
οξύς, οξεία
(of an angle) measuring less than 90 degrees
Παραδείγματα
The triangle has one acute angle and two obtuse angles.
Το τρίγωνο έχει μια οξεία γωνία και δύο αμβλείες γωνίες.
05
μυτερός, οξύς
having a pointed or narrow tip
Παραδείγματα
The blade had an acute tip for precision cutting.
Η λεπίδα είχε αμβλύ άκρη για ακριβή κοπή.
Acute
01
οξεία, τόνος οξείας
a diacritical mark (´) placed above a vowel to indicate a specific pronunciation, stress, or tone
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
acutes
Παραδείγματα
The word résumé includes an acute on both e's.
Το οξεία υπάρχει και στα δύο e της λέξης résumé.
Λεξικό Δέντρο
acutely
acuteness
subacute
acute



























