acute
a
ə
ē
cute
ˈkju:t
kyoot
acuate

Ορισμός και σημασία του "acute"στα αγγλικά

01

οξύς, σοβαρός

(of an illness) suddenly becoming severe but for a short time 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most acute
συγκριτικός βαθμός
more acute
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Jack was hospitalized due to an acute bout of appendicitis. 

Ο Τζακ νοσηλεύτηκε λόγω μιας οξείας κρίσης σκωληκοειδίτιδας.

02

οξύς, έντονος

characterized by severe intensity or seriousness 
Παραδείγματα
The patient experienced acute pain in their chest, prompting an immediate visit to the emergency room. 

Ο ασθενής ένιωσε οξύ πόνο στο στήθος του, γεγονός που οδήγησε σε άμεση επίσκεψη στο τμήμα επειγόντων.

03

οξύς, ευαίσθητος

(of senses) highly-developed and very sensitive 
Παραδείγματα
The cat's acute sense of hearing allows it to detect the faintest sounds. 

Η οξεία ακοή της γάτας της επιτρέπει να ανιχνεύει τους πιο αμυδρούς ήχους.

04

οξύς, οξεία

(of an angle) measuring less than 90 degrees 
Παραδείγματα
The triangle has one acute angle and two obtuse angles. 

Το τρίγωνο έχει μια οξεία γωνία και δύο αμβλείες γωνίες.

05

μυτερός, οξύς

having a pointed or narrow tip 
Παραδείγματα
The blade had an acute tip for precision cutting. 

Η λεπίδα είχε αμβλύ άκρη για ακριβή κοπή.

01

οξεία, τόνος οξείας

a diacritical mark (´) placed above a vowel to indicate a specific pronunciation, stress, or tone 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
acutes
Παραδείγματα
The word résumé includes an acute on both e's. 

Το οξεία υπάρχει και στα δύο e της λέξης résumé.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store