Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Acumen
01
οξυδέρκεια, αγχίνοια
sharp judgment and quick decision-making, especially in practical or professional matters
Παραδείγματα
His legal acumen made him a top choice for complex cases.
Η νομική του οξυδέρκεια τον κατέστησε την κορυφαία επιλογή για περίπλοκες υποθέσεις.
02
ακμή, οξύτητα
a pointed shape
Παραδείγματα
The arrow 's acumen helped it fly straight and fast.
Η αιχμηρότητα του βέλους το βοήθησε να πετάξει ευθεία και γρήγορα.



























