acumen
a
ə
α
cu
ˈkju
κγου
men
mən
μαν
British pronunciation
/ˈækjuːmˌɛn/

Ορισμός και σημασία του "acumen"στα αγγλικά

01

οξυδέρκεια, αγχίνοια

sharp judgment and quick decision-making, especially in practical or professional matters
example
Παραδείγματα
His legal acumen made him a top choice for complex cases.
Η νομική του οξυδέρκεια τον κατέστησε την κορυφαία επιλογή για περίπλοκες υποθέσεις.
02

ακμή, οξύτητα

a pointed shape
example
Παραδείγματα
The arrow 's acumen helped it fly straight and fast.
Η αιχμηρότητα του βέλους το βοήθησε να πετάξει ευθεία και γρήγορα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

stars

app store