acumen
Pronunciation
/əkˈjumən/

Ορισμός και σημασία του "acumen"στα αγγλικά

01

οξυδέρκεια, αγχίνοια

sharp judgment and quick decision-making, especially in practical or professional matters
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
His legal acumen made him a top choice for complex cases.
Η νομική του οξυδέρκεια τον κατέστησε την κορυφαία επιλογή για περίπλοκες υποθέσεις.
02

ακμή, οξύτητα

a pointed shape
Παραδείγματα
The arrow 's acumen helped it fly straight and fast.
Η αιχμηρότητα του βέλους το βοήθησε να πετάξει ευθεία και γρήγορα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store