Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Abuttal
01
προσάρτηση, γειτνίαση
the act of two adjoining properties or structures sharing a common boundary or being adjacent to each other
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The new building is located in abuttal to the existing office complex.
Το νέο κτίριο βρίσκεται σε εφάπτομενη με το υπάρχον συγκρότημα γραφείων.



























