Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to actuate
01
ενεργοποιώ, προκαλώ λειτουργία
to start a machine or tool
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
actuate
γ΄ ενικό πρόσωπο
actuates
ενεστώτα μετοχή
actuating
απλός αόριστος
actuated
παθητική μετοχή
actuated
Παραδείγματα
Flipping the switch actuates the hidden lights under the cabinet.
Ενεργοποιώ το διακόπτη ενεργοποιεί τα κρυμμένα φώτα κάτω από το ντουλάπι.
02
παρακινώ, ενθαρρύνω
to provide a reason or encouragement that motivates someone to take action
Παραδείγματα
Recognition for their achievements actuated the team to strive for even greater success.
Η αναγνώριση για τα επιτεύγματά τους προκάλεσε την ομάδα να προσπαθήσει για ακόμη μεγαλύτερη επιτυχία.
Λεξικό Δέντρο
actuated
actuating
actuation
actuate
actu



























