Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to actuate
01
ενεργοποιώ, προκαλώ λειτουργία
to start a machine or tool
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
actuate
γ΄ ενικό πρόσωπο
actuates
ενεστώτα μετοχή
actuating
απλός αόριστος
actuated
παθητική μετοχή
actuated
Παραδείγματα
Pushing the green button actuates the conveyor belt.
Πατώντας το πράσινο κουμπί ενεργοποιεί τη μεταφορική ταινία.
02
παρακινώ, ενθαρρύνω
to provide a reason or encouragement that motivates someone to take action
Παραδείγματα
The promise of a promotion actuated the employee to work harder and seek additional responsibilities.
Η υπόσχεση προαγωγής προκάλεσε τον υπάλληλο να εργαστεί πιο σκληρά και να αναζητήσει επιπλέον ευθύνες.
Λεξικό Δέντρο
actuated
actuating
actuation
actuate
actu



























