oxfords
ox
ˈɒks
οκσ
fords
fədz
φαντζ
Oxford

Ορισμός και σημασία του "oxfords"στα αγγλικά

01

oxford, παπούτσια oxford

a pair of shoes made of leather with laces and a low heel 
oxfords definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
plural
not gender specific
πληθυντικός τύπος
oxfords

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store