Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to actualize
01
πραγματοποιώ, υλοποιώ
to turn something such as an idea or a plan into a real, tangible thing
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
actualize
γ΄ ενικό πρόσωπο
actualizes
ενεστώτα μετοχή
actualizing
απλός αόριστος
actualized
παθητική μετοχή
actualized
Παραδείγματα
With determination and perseverance, the student was able to actualize her dream of studying abroad by securing scholarships and fulfilling all the necessary requirements.
Με αποφασιστικότητα και επιμονή, η φοιτήτρια κατάφερε να πραγματοποιήσει το όνειρό της για σπουδές στο εξωτερικό, εξασφαλίζοντας υποτροφίες και εκπληρώνοντας όλες τις απαραίτητες απαιτήσεις.
02
πραγματοποιώ, περιγράφω ρεαλιστικά
represent or describe realistically
Λεξικό Δέντρο
actualize
actual
actu



























