Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to actualize
01
πραγματοποιώ, υλοποιώ
to turn something such as an idea or a plan into a real, tangible thing
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
actualize
γ΄ ενικό πρόσωπο
actualizes
ενεστώτα μετοχή
actualizing
απλός αόριστος
actualized
παθητική μετοχή
actualized
Παραδείγματα
By securing funding and assembling a team, the entrepreneur was able to actualize his innovative business idea into a successful startup.
Με την εξασφάλιση χρηματοδότησης και τη συγκρότηση μιας ομάδας, ο επιχειρηματίας κατάφερε να πραγματοποιήσει την καινοτόμο επιχειρηματική του ιδέα σε μια επιτυχημένη startup.
02
πραγματοποιώ, περιγράφω ρεαλιστικά
represent or describe realistically
Λεξικό Δέντρο
actualize
actual
actu



























