Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Twirling
01
περιστροφή, πιρουέτα
a rhythmic and graceful spinning or rotating of an object to create visually captivating displays of skill and coordination
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
twirlings
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
twirlingly
twirling
twirl



























