bothersome
bo
ˈbɒ
bo
ther
ðə
dhē
some
sʌm
sam

Ορισμός και σημασία του "bothersome"στα αγγλικά

bothersome
01

ενοχλητικός, ενοχλητικός

causing persistent irritation or disturbance 
bothersome definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most bothersome
συγκριτικός βαθμός
more bothersome
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The bothersome traffic made them late for the meeting. 

Η ενοχλητική κυκλοφορία τους έκανε να αργήσουν στη συνάντηση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store