overcrowded
o
ˌəʊ
ew
ver
crow
ˈkraʊ
kraw
ded
dɪd
did

Ορισμός και σημασία του "overcrowded"στα αγγλικά

overcrowded
01

υπερπληθής, γεμάτος

(of a space or area) filled with too many people or things, causing discomfort or lack of space 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most overcrowded
συγκριτικός βαθμός
more overcrowded
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
space, population, urban
Παραδείγματα
The overcrowded streets made it hard to find a parking spot. 

Οι γεμάτες δρόμοι έκαναν δύσκολη την εύρεση θέσης στάθμευσης.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

overcrowded
crowded
crowd
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store