overcrowded
Pronunciation
/ˈoʊvɝˌkɹaʊdɪd/

Ορισμός και σημασία του "overcrowded"στα αγγλικά

overcrowded
01

υπερπληθής, γεμάτος

(of a space or area) filled with too many people or things, causing discomfort or lack of space
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most overcrowded
συγκριτικός βαθμός
more overcrowded
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The train was overcrowded, and there was barely enough room to stand.
Το τρένο ήταν υπερπλήρες, και μετά βίας υπήρχε αρκετός χώρος για να σταθεί.

Λεξικό Δέντρο

overcrowded
crowded
crowd
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store