Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
boring
01
βαρετός, κουραστικός
making us feel tired and unsatisfied because of not being interesting
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most boring
συγκριτικός βαθμός
more boring
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She finds doing the laundry a boring task.
Βρίσκει το πλύσιμο των ρούχων μια βαρετή εργασία.
02
τρυπανιστικός, γεωτρήσεως
used or designed to drill holes through materials
Παραδείγματα
The technician operated heavy boring equipment for the underground project.
Ο τεχνικός χειρίστηκε βαρύ εξοπλισμό γεώτρησης για το υπόγειο έργο.
03
διαπεραστικός, βαθύς
capable of penetrating deeply, especially with intense focus or force
Παραδείγματα
His boring gaze made her feel like he could see right through her.
Το διαπεραστικό του βλέμμα της έδωσε την αίσθηση ότι μπορούσε να τη δει μέσα της.
Boring
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
borings
Παραδείγματα
The boring of the tunnel took several months to complete.
Η γεώτρηση της σήραγγας διήρκεσε αρκετούς μήνες.
02
τρύπα, τρύπα γεώτρησης
a hole or pit made by drilling or digging
Παραδείγματα
The workers examined the boring to check for water levels.
Οι εργάτες εξέτασαν το τρύπα για να ελέγξουν τα επίπεδα νερού.
Λεξικό Δέντρο
boringly
boringness
boring
bore



























