Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
boring
01
βαρετός, κουραστικός
making us feel tired and unsatisfied because of not being interesting
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most boring
συγκριτικός βαθμός
more boring
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The TV show was boring, so I switched the channel.
Η τηλεοπτική εκπομπή ήταν βαρετή, οπότε άλλαξα κανάλι.
02
τρυπανιστικός, γεωτρήσεως
used or designed to drill holes through materials
Παραδείγματα
Boring tools must be durable to cut through tough surfaces.
Τα εργαλεία γεώτρησης πρέπει να είναι ανθεκτικά για να κόβουν σκληρές επιφάνειες.
03
διαπεραστικός, βαθύς
capable of penetrating deeply, especially with intense focus or force
Παραδείγματα
She met his boring stare without flinching.
Αντιμετώπισε το διαπεραστικό του βλέμμα χωρίς να δειλιάσει.
Boring
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Precision is key in the boring of deep wells.
Η ακρίβεια είναι κρίσιμη στην γεώτρηση βαθιών πηγαδιών.
02
τρύπα, τρύπα γεώτρησης
a hole or pit made by drilling or digging
Παραδείγματα
The boring revealed traces of ancient sediment.
Η γεώτρηση αποκάλυψε ίχνη αρχαίας ίζημα.
Λεξικό Δέντρο
boringly
boringness
boring
bore



























