breadnut
bread
ˈbrɛd
bred
nut
nʌt
nat
breakout

Ορισμός και σημασία του "breadnut"στα αγγλικά

01

ψωμοκάρυδο, φρούτο ψωμιού

a starchy fruit resembling chestnut or potato 
breadnut definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
breadnuts
Παραδείγματα
It took some effort, but I managed to crack open the breadnut's hard shell. 

Χρειάστηκε κάποια προσπάθεια, αλλά κατάφερα να σπάσω το σκληρό κέλυφος του ψωμοκάρυου.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store