Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Boon
01
ευλογία, πλεονέκτημα
something that is beneficial or advantageous, like a blessing or favor that is granted
Παραδείγματα
The arrival of rain after a long drought was seen as a boon for farmers, ensuring the growth of their crops and livestock.
Η άφιξη της βροχής μετά από μια μεγάλη ξηρασία θεωρήθηκε ευλογία για τους αγρότες, διασφαλίζοντας την ανάπτυξη των καλλιεργειών και των ζώων τους.
boon
01
κοινωνικός, ζεστός
companionable and warmly sociable
Παραδείγματα
He had a boon charm that drew people in.
Είχε μια κοινωνική γοητεία που έλκυε τους ανθρώπους.



























