Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Overnight pad
01
νυχτερινή σερβιέτα, σερβιέτα για νυχτερινή χρήση
a highly absorbent, longer menstrual pad for managing heavy flow or for use during the night
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
overnight pads
LanGeek



























