Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to dance around
01
περιστρέφω το θέμα, αποφεύγω επιδέξια
to avoid or evade addressing a particular issue or topic directly in conversation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
around
βασικό ρήμα
dance
ενεστώτας
dance around
γ΄ ενικό πρόσωπο
dances around
ενεστώτα μετοχή
dancing around
απλός αόριστος
danced around
παθητική μετοχή
danced around
Παραδείγματα
During the meeting, the manager skillfully danced around the sensitive topic of budget cuts.
Κατά τη διάρκεια της συνάντησης, ο διαχειριστής επιδέξια απέφυγε το ευαίσθητο θέμα των περικοπών του προϋπολογισμού.
02
χορεύω χαρούμενα, περιστρέφομαι ενώ χορεύω
to dance freely and energetically
Παραδείγματα
The joyful couple decided to dance around the room, celebrating their anniversary.
Το χαρούμενο ζευγάρι αποφάσισε να χορεύει γύρω από το δωμάτιο, γιορτάζοντας την επέτειό τους.



























