Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to stand off
01
κρατώ απόσταση, απωθώ
to prevent a potential attacker from approaching by taking on a defensive posture
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
off
βασικό ρήμα
stand
ενεστώτας
stand off
γ΄ ενικό πρόσωπο
stands off
ενεστώτα μετοχή
standing off
απλός αόριστος
stood off
παθητική μετοχή
stood off
Παραδείγματα
The security guards were trained to stand off any intruders with a strong and assertive presence.
Οι φύλακες ασφαλείας εκπαιδεύτηκαν να αποκρούουν οποιονδήποτε εισβολέα με μια ισχυρή και αποφασιστική παρουσία.
02
κρατώ απόσταση, παραμένω σε απόσταση
to remain at a certain distance away from something or someone
Παραδείγματα
As a safety precaution, spectators were instructed to stand off from the racetrack during the car race.
Ως προφύλαξη ασφαλείας, οι θεατές εντοπίστηκαν να σταθούν μακριά από την πίστα κατά τη διάρκεια του αγώνα αυτοκινήτων.
03
προσωρινή απόλυση, απομάκρυνση από την εργασία
to let go of a worker, whether temporarily or permanently, due to a lack of available work
Dialect
British
Παραδείγματα
Due to a sudden decline in orders, the factory had to stand off several workers until production picked up again.
Λόγω μιας ξαφνικής πτώσης των παραγγελιών, το εργοστάσιο αναγκάστηκε να απολύσει προσωρινά αρκετούς εργαζόμενους μέχρι να αυξηθεί ξανά η παραγωγή.
04
απομακρύνομαι, κρατιέμαι σε απόσταση
to move one's watercraft away from the sea coast
Παραδείγματα
As the storm approached, the captain decided to stand off from the coast to ensure the safety of the ship and its crew.
Καθώς η καταιγίδα πλησίαζε, ο καπετάνιος αποφάσισε να απομακρυνθεί από την ακτή για να εξασφαλίσει την ασφάλεια του πλοίου και του πληρώματός του.



























