Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to pull apart
01
διασπώμαι, σκίζομαι
to become shattered, often after applying much force
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
apart
βασικό ρήμα
pull
ενεστώτας
pull apart
γ΄ ενικό πρόσωπο
pulls apart
ενεστώτα μετοχή
pulling apart
απλός αόριστος
pulled apart
παθητική μετοχή
pulled apart
Παραδείγματα
The two kids fought over the toy until it pulled apart.
Τα δύο παιδιά πάλεψαν για το παιχνίδι μέχρι να σπάσει.
02
αναλύω προσεκτικά, εξετάζω κριτικά
to carefully and critically examine something
Παραδείγματα
The editor pulled the manuscript apart, looking for any inconsistencies.
Ο συντάκτης αποσυνέθεσε το χειρόγραφο, αναζητώντας τυχόν ασυνέπειες.
03
χωρίζω, παρεμβαίνω για να χωρίσω
to intervene and separate individuals or animals that are fighting or in conflict
Παραδείγματα
At the family reunion, two uncles got into an argument and family members had to pull them apart.
Στην οικογενειακή επανένωση, δύο θείοι μπήκαν σε καυγά και τα μέλη της οικογένειας έπρεπε να τους χωρίσουν.
04
χωρίζω, σκίζω
to cause a separation, typically used for relationships or groups
Παραδείγματα
Financial difficulties pulled apart many families during the recession.
Οι οικονομικές δυσκολίες χώρισαν πολλές οικογένειες κατά τη διάρκεια της ύφεσης.
05
αποσυναρμολογώ, σκίζω
to forcefully separate something into its individual components
Παραδείγματα
She pulled the old book apart to restore its individual pages.
Αυτή αποσυνέθεσε το παλιό βιβλίο για να αποκαταστήσει τις μεμονωμένες σελίδες του.



























