Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to steam up
01
θολώνω, καλύπτω με ατμό
to cause a surface particularly a glass one to become foggy
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
steam
ενεστώτας
steam up
γ΄ ενικό πρόσωπο
steams up
ενεστώτα μετοχή
steaming up
απλός αόριστος
steamed up
παθητική μετοχή
steamed up
Παραδείγματα
The boling the teapot steamed the windows up, creating a hazy effect.
Το βραστό μπρίκι θόλωσε τα παράθυρα, δημιουργώντας ένα θολό εφέ.
02
καλύπτομαι με αχνό, καλύπτομαι με μικρές σταγόνες νερού
(of a surface) to become covered with tiny water droplets
Παραδείγματα
During summertime, my glasses steam up quite easily.
Κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού, τα γυαλιά μου θολώνουν αρκετά εύκολα.
03
θυμώνω, ενοχλώ
to cause someone to become extremely distress or annoyed
ανεπίσημο
Παραδείγματα
His constant criticism of her work began to steam her up, leading to frequent arguments.
Οι συνεχείς κριτικές του για τη δουλειά της άρχισαν να την ενοχλούν, οδηγώντας σε συχνές διαφωνίες.
04
θυμώνω, εκνευρίζομαι
to become extremely upset or angry
ανεπίσημο
Παραδείγματα
She tends to steam up when people don't follow through on their commitments.
Τείνει να θυμώνει όταν οι άνθρωποι δεν τηρούν τις δεσμεύσεις τους.
05
ενθουσιάζω, παροτρύνω
to make someone feel excited about something
Παραδείγματα
Her passionate speech on the importance of environmental conservation managed to steam up the audience, inspiring them to take action.
Ο παθιασμένος λόγος της για τη σημασία της περιβαλλοντικής διατήρησης κατάφερε να ενθουσιάσει το κοινό, εμπνέοντάς το να ενεργήσει.
06
ενθουσιάζομαι, εξιτάρομαι
to become enthusiastic or excited
Παραδείγματα
He got all steamed up thinking about his date tomorrow
Ανήμερωσε όταν σκέφτηκε το ραντεβού του αύριο.



























