Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to leap out at
[phrase form: leap]
01
πετάγομαι στα μάτια, αμέσως τραβώ την προσοχή
to immediately captures someone's attention in a sudden and striking manner
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
out at
βασικό ρήμα
leap
ενεστώτας
leap out at
γ΄ ενικό πρόσωπο
leaps out at
ενεστώτα μετοχή
leaping out at
απλός αόριστος
leapt out at
παθητική μετοχή
leapt out at
Παραδείγματα
The bold headline of the newspaper article will leap out at passersby.
Ο έντονος τίτλος της εφημερίδας θα τραβήξει την προσοχή των περαστικών.
02
πετάγομαι, εμφανίζομαι ξαφνικά
to emerge suddenly and unexpectedly from a concealed position
Παραδείγματα
The burglar had leaped out at the homeowner from the shadows.
Ο κλέφτης είχε πεταχτεί επάνω στον ιδιοκτήτη από τις σκιές.



























