Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to leap out at
01
πετάγομαι στα μάτια, αμέσως τραβώ την προσοχή
to immediately captures someone's attention in a sudden and striking manner
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
out at
βασικό ρήμα
leap
ενεστώτας
leap out at
γ΄ ενικό πρόσωπο
leaps out at
ενεστώτα μετοχή
leaping out at
απλός αόριστος
leapt out at
παθητική μετοχή
leapt out at
Παραδείγματα
The brightly colored poster immediately leaps out at me from across the busy street.
Η έγχρωμη αφίσα πετάγεται αμέσως στα μάτια μου από την άλλη πλευρά του πολυσύχναστου δρόμου.
02
πετάγομαι, εμφανίζομαι ξαφνικά
to emerge suddenly and unexpectedly from a concealed position
Παραδείγματα
The spider leaped out at the unsuspecting fly, trapping it in its sticky web.
Η αράχνη πετάχτηκε πάνω στη μη υποψιαζόμενη μύγα, παγιδεύοντάς την στον κολλητικό της ιστό.



























