Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to free up
01
απελευθερώνω, κάνω διαθέσιμο
to make something available by removing restrictions or allowing it to be used for a different purpose
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
free
ενεστώτας
free up
γ΄ ενικό πρόσωπο
frees up
ενεστώτα μετοχή
freeing up
απλός αόριστος
freed up
παθητική μετοχή
freed up
Παραδείγματα
The government decided to free up more funds for social programs by cutting unnecessary expenses.
Η κυβέρνηση αποφάσισε να απελευθερώσει περισσότερα κεφάλαια για κοινωνικά προγράμματα με την περικοπή άσκοπων δαπανών.
02
απελευθερώνω, διαθέτω
to make time available or release time from commitments
Παραδείγματα
After automating certain tasks, she was able to free up time for more strategic work.
Μετά την αυτοματοποίηση ορισμένων εργασιών, μπόρεσε να απελευθερώσει χρόνο για πιο στρατηγική εργασία.
03
απελευθερώνω, ξεφορτώνω
to create a gap in one's schedule by removing or rearranging commitments
Παραδείγματα
Rescheduling non-urgent meetings helped him free up space in his busy schedule.
Η επαναπρογραμματισμός μη επειγουσών συναντήσεων τον βοήθησε να απελευθερώσει χώρο στο πολυάσχολο πρόγραμμά του.



























