Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to blast out
[phrase form: blast]
01
παίζω δυνατά, βροντώ
to play loud music or produce a lot of noise
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
out
βασικό ρήμα
blast
ενεστώτας
blast out
γ΄ ενικό πρόσωπο
blasts out
ενεστώτα μετοχή
blasting out
απλός αόριστος
blasted out
παθητική μετοχή
blasted out
Παραδείγματα
A warning blasted out from the factory alarm system in case of an emergency.
Μια προειδοποίηση βγήκε από το σύστημα συναγερμού του εργοστασίου σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης.



























