Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to blast out
01
παίζω δυνατά, βροντώ
to play loud music or produce a lot of noise
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
out
βασικό ρήμα
blast
ενεστώτας
blast out
γ΄ ενικό πρόσωπο
blasts out
ενεστώτα μετοχή
blasting out
απλός αόριστος
blasted out
παθητική μετοχή
blasted out
Παραδείγματα
The karaoke machine blasted out tunes as everyone sang along.
Το μηχάνημα karaoke έβγαλε μελωδίες καθώς όλοι τραγουδούσαν μαζί.



























